Επάνοδος

Από τη συλλογή διηγημάτων “Ψυχορρέον Πυρ“.

I

Ξημέρωνε σε λίγο – «η γη παίρνει φωτιά» όπως είχε γράψει παλιότερα σε κάποιο ποίημα του, αιώνες πριν, μάλλον σε κάποια προηγούμενη ζωή. Τώρα πια δεν θυμόταν τον τίτλο που του είχε δώσει και ίσως να μην είχε και πραγματική σημασία. Περπατώντας μόνος του αλλά δίπλα σε τόσους άλλους ακόμα, πέτρινα πρόσωπα με σκληρά χαρακτηριστικά, ανταριασμένα βλέμματα καρφωμένα στον ορίζοντα, σιωπηλοί όγκοι που τραβούσαν κατά κει όπου η φωτιά θα τους κατέτρωγε και θα τους κατέστρεφε, και όπου θεοί και άνθρωποι θα ξεχνούσαν τους ίδιους και τα ονόματα τους, θυσίες αναγκαίες σε όλη τη διάρκεια των αιώνων, καθώς με κάθε γενιά που πεθαίνει, μία νέα γεννιέται. Χείλη ξεραμένα, λαιμοί κλεισμένοι ερμητικά, καρδιές σφιγμένες και πλακωμένες από φόβο, κάθε τραγούδι που μπορεί να απελευθερωνόταν από τα στήθη των πιο γενναίων θα πέθαινε λίγο μετά, σαν ένας ελεύθερος αετός που παγώνει ακαριαία εν πτήσει και έπειτα πέφτει στο πεδίο του θανάτου του, μόνος, έρημος, αλλά δυνατός. Η σιωπή της καρδιάς του, σαν την μεγαλύτερη του αδελφή που θα τον πρόσεχε και θα τον φύλαγε – μεθυσμένος από το σπινθηροβόλο λυκαυγές του χαμού του, με έναν παλιό όρκο παρμένο πάνω στην λευκή κυριαρχία του χειμώνα στο μυαλό του, χωρίς να μπορεί να κάνει αλλιώς, προχωρούσε, άδειος, ενώ η απόσταση από εκείνη μεγάλωνε συνεχώς κάτω από τις μπότες του…

ΙΙ

Αρκετά είχε κλάψει χαμένη μέσα στην μαύρη νύχτα της ψυχής της, και μόνο η σκοτεινή θάλασσα από πάνω της ήξερε την απάντηση για το «γιατί» που την κατέτρωγε – η ίδια θάλασσα που κάποτε, με τα χιλιάδες αστραφτερά της μάτια να τους παρακολουθούν προσεκτικά, τους είχε ενώσει κάποια ώρα τόσο παλιά, που τώρα πια, ακόμα και η έντονη εκείνη ανάμνηση άρχιζε να απομακρύνεται, να σβήνει. Κουλουριασμένη στο κρεβάτι της σαν μία εύθραυστη ύπαρξη που ζητούσε προστασία, το σώμα της σε εμβρυακή στάση, τα μάτια της δύο λίμνες που ξεχείλιζαν από πόνο, κοιτώντας προς την μεριά του κρεβατιού που κοιμόταν εκείνος, ο δροσερός αέρας χάϊδευε την σιωπή της και έδινε ένα μικρό, άκαιρο νόημα ψύχρας στα δάκρυα της.

«Πηγαίνω!…»

«Γιατί;…»

«Ποτέ!…»

«Δεν θα ξαναγυρίσεις;…»

Η απάντηση του δεν ήρθε όμως και ο άνεμος την μετέφερε στις μακρινές και σκοτεινές στέπες των νυχτερινών τους σκέψεων… Της φαινόταν πως τελικά τα νερά της μαύρης αβύσσου του πόνου, είναι πάντα ικανά να σβήσουν τις θηριώδεις φωτιές της χαράς, αλλά αυτό ακουγόταν σαν κάτι που θα έλεγε εκείνος – και εκείνος ήταν πια μόνο μια ανάμνηση. Σιωπηλή, δακρυσμένη, κουβαριάστηκε περισσότερο σαν σπόρος γύρω από τον εαυτό της, και έμεινε να αφουγκράζεται την σιωπή της νύχτας, την ίδιας νύχτας που κάποτε είχε φέρει τις καρδιές τους κοντά, και ύστερα τους χώρισε, με καπνό, με αίμα, με φωτιά…

ΙΙΙ

Το πυρωμένο σίδερο, η παγωμένη αίσθηση του νερού πάνω στη σάρκα του και η καταραμένη ομίχλη, η μόνη πραγματικότητα που ζούσε. Καθισμένος μπροστά στη φωτιά και χαμένος στις σκέψεις του, προσπαθούσε να αγνοήσει τις κραυγές πόνου που ακούγονταν κάθε τόσο από παντού γύρω του και να βυθιστεί στη σιωπή του, να ξεχαστεί εγκαταλείποντας τον έξω κόσμο. Το επόμενο πρωϊνό, οι σπίθες της ανατολής θα έκαιγαν ξανά τα υπολείμματα της βραδινής φεγγαρόσκονης, και θα ανέρχονταν ξανά στους ουρανούς, σιγοτραγουδώντας τον πένθιμο σκοπό τους για άλλη μια φορά. Οι κόμποι στην κλωστή του χρόνου φαίνονταν περισσότεροι από ποτέ και εκεί, περιτριγυρισμένος από πέτρινες σκιές με ανθρώπινη μορφή, κάθε ικμάδα εσωτερικής του δύναμης στραγγιζόταν αργά, συναισθήματα και αισθήσεις, όλα αφημένα στην τύχη τους και παρασυρόμενα μακριά – παρ’ όλα αυτά θα ορκιζόταν πως παρέμεναν βαθιά μέσα του να τον στοιχειώνουν, και καθρεφτίζονταν σαν λειασμένος πάγος στα μάτια του. Πήρε ένα φύλλο χαρτί, κατάλευκο αλλά νοτισμένο από χιονόνερο, έβαλε τις σκέψεις του σε τάξη, και με ένα μολύβι έγραψε μερικές λέξεις. «Εδώ που είμαι, οι νεκροί κοιτάνε τον κόσμο μέσα από τα μάτια μου.» Έμεινε να το κοιτάζει για λίγο, απαθής, παγωμένος, και μετά το έριξε στη φωτιά, μη μπορώντας να το κρατάει αφού έκαιγε σαν κάρβουνο μέσα στα χέρια του… Πήρε ένα άλλο φύλλο και έμεινε ξανά να παρατηρεί το κενό για λίγο σιωπηλός, προτού επιτέλους αποφασίσει να αφήσει τον πυρετό στην άκρη του μολυβιού του να χορέψει πάνω στην λευκή άψυχη σελίδα, και να της δώσει νόημα. Μερικά γράμματα, κάποια ίδια, κάποια διαφορετικά το ένα από το άλλο, ένα γυναικείο όνομα σχηματίστηκε στο χαρτί και ένιωσε στα αυτιά του την σιωπή, πιο εκκωφαντική από ποτέ.

ΙV

«Η γη παίρνει φωτιά» – στίχος που πρόσεξε πως επαναλαμβανόταν πολύ συχνά στα γραπτά του, μάλλον επειδή κάθε ανατολή που έβλεπε του έδινε αυτή την εντύπωση, από τότε που ήταν μικρός ακόμα, μια ηλιαχτίδα που τρυπάει το κενό και όλα παίρνουν νόημα, η ζωή ξεκινά… Κοιτάζοντας σιωπηλή τις αμέτρητες σελίδες από χαρτί που είχε απλώσει στο τραπέζι και που πάνω τους εκείνος είχε σκορπίσει σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα, προσπαθούσε να κάνει μια ιδιότυπη χαρτογράφηση της ψυχής του με τα πιο πρωτόγονα και αξιόπιστα ανθρώπινα εργαλεία, το μυαλό και την καρδιά της. Ένιωθε πως γύρω της το δωμάτιο ψύχραινε ενώ μια νέα αίσθηση άρχιζε να αναδύεται αργά από την στιγμή, η ίδια αίσθηση που θα αναδυόταν αν από τον χώρο είχαν μόλις περάσει σκιές θεών συζητώντας διακριτικά τα μυστικά τους. Οι σκέψεις της άρχιζαν να γίνονται πιο αιχμηρές, ενώ στην άκρη της λεπίδας τους, σιγότρεμε μια σταγόνα απόγνωσης. Θα θυμόταν άραγε το πρόσωπο του σε μερικά χρόνια, θα σχημάτιζαν ποτέ τα αστέρια έστω μια υποψία του που θα την έκανε να ριγήσει; Και αν ψιθύριζε το όνομα του, θα μπορούσε ο ψίθυρος της να διασχίσει την απόσταση μεταξύ τους και να φτάσει στα αυτιά του; Αν τολμούσε να ψελλίσει την βαθύτερη και εσώτερη επιθυμία της, θα ακουγόταν άραγε μέχρι εκεί; Ο τρυφερότερος χώρος της καρδιάς της του άνηκε, τα καθαρότερα μάτια του μυαλού της ήταν συνέχεια καρφωμένα πάνω του, αλλά κάτω από μια νέα ανατολή, δεν θα συναντούσε ποτέ ξανά ο ένας τον άλλο – θαμπωμένες ελπίδες, προδομένοι και οι δύο από τις επιθυμίες τους, πληγωμένοι από τις φωτιές του χειμώνα, ξεχασμένοι και έρημοι μέσα στην σιωπή τους.

V

Βαθιά μέσα σε εκείνη την στιγμιαία και απαραίτητη γύμνια των αισθήσεων, εκεί όπου η σύνθεση των εικόνων από την αντίληψη μας δεν λαμβάνει χώρα αμέσως και άρα η νόηση είναι για μερικές στιγμές ανενεργή, και συγκεκριμένα εκείνες ακριβώς τις στιγμές όπου τα πράγματα και οι λέξεις γδύνονται από κάθε προϋπάρχον νόημα, τα σχήματα απογυμνώνονται και χάνουν κάθε προεδραιωμένη ουσία, οι ρυθμοί χάνουν κάθε συχνότητα και λόγο ύπαρξης, η συρροή και η συνοχή του περιβάλλοντος γύρω μας εξαφανίζεται και εμφανίζεται μπροστά στα ενδότερα μάτια μας με όλη του τη μεγαλειότητα και την ουσία, το σημείο της ζωής μας εκείνο όπου συναντιούνται η προέλευση και ο προορισμός μας, το κέντρο και η περιφέρεια του νοητού κύκλου της πορείας μας, η κορυφή και η βάση της λογικής μας, το μέσα και το έξω της καρδιάς μας, το Όλον και το Τίποτα του περιεχομένου μας, η ύπαρξη και η ανυπαρξία των συναισθημάτων μας, η γη και ο ουρανός που μας δεσμεύουν, η απόλυτη βεβαιότητα και η βεβαιότερη απολυτότητα όσον αφορά τις αλήθειες και τις πλάνες μας, η ψευτιά της ομοιότητας και η ομοιότητα του ψέματος με το οποίο διαποτίζουμε κομμάτια της ζωής μας, η κατάσταση εκείνη όπου η φράση «γεμάτος με τα πάντα» προσιδιάζει στον ουσιαστικά άδειο και η φράση «άδειος από τα πάντα» προσιδιάζει στον ουσιαστικά γεμάτο, τότε που η αναγνώριση του εαυτού μας στην ολόκληρη ολοκλήρωση που αποδεικνύει την ανυπαρξία και μόνο κάθε προσωπικής ύπαρξης, αλλά πολύ περισσότερο από αυτό, αποδεικνύει την προσωπική και μόνο ύπαρξη κάθε ανυπαρξίας, το σημείο όπου το όριο του κάθε αόριστου αλλά και το αόριστο του κάθε ορίου κοιτάζονται κατάματα, οι καταστάσεις της ψυχής όπου συνυπάρχουν η απόλυτη δεκτικότητα με την απόλυτη αρνητικότητα, η πηγή μιας αέναης επιστροφής στην πιο αρχέγονη και αιώνια αιωνιότητα του ανθρώπου, η Ηρακλείτεια θέση περί αρμονίας της διαφωνίας και διαφωνίας της αρμονίας, με λίγα λόγια η διασκόρπιση της Ενότητας στον χώρο και η επαναπορρόφηση του Όλου μέσα σε Ένα, η εύρεση ουσίας πάνω στην οποία προσκολλάται το πνεύμα του ανθρώπου και μετά ξεκινά το σπειροειδές παιχνίδι της ζωής, ο ερεθισμός, το τέντωμα της ψυχής, αυτό το συναίσθημα που συνυφαίνεται μόνο με ένα άλλο ζωντανό ον και που οι αρχαίοι το ονομάζουν άλλες φορές Έρωτα, και άλλες Αγάπη, αυτό ακριβώς το συναίσθημα… Δεν έρχεται γδυμένο από κάθε όνομα που του δίνουμε και ντυμένο με όλη του την ουσία, την στιγμή που στεκόμαστε μόνοι με τον Δαίμονα μας και όπου απόλυτη μοναξιά και σιωπή ενώνονται και γίνονται Ένα;…